Άγγελος Σικελιανός: Ο ποιητής που δεν πίστευε σε όρια- Από την ανάσταση ενός νεκρού στη Δελφική Ιδέα
Προσπάθησε να αναστήσει έναν νεκρό, να ενώσει τους λαούς στους Δελφούς και να δώσει στην ποίηση διαστάσεις οικουμενικού οράματος.
Υπάρχουν ποιητές που έγραψαν σπουδαία έργα. Υπάρχουν ποιητές που σημάδεψαν την εποχή τους. Και υπάρχουν ελάχιστοι που προσπάθησαν να ζήσουν το όραμά τους με τέτοια ένταση, ώστε η ίδια τους η ζωή να μοιάζει με ποίημα.
Ο Άγγελος Σικελιανός ανήκε στην τελευταία κατηγορία.
Η πιο αποκαλυπτική στιγμή του δεν βρίσκεται ούτε στις Δελφικές Εορτές, ούτε στις πέντε υποψηφιότητές του για το Νόμπελ, ούτε στην ιστορική απαγγελία του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά. Βρίσκεται σε μια νύχτα σχεδόν μυθική, όταν επιχείρησε να κάνει το αδύνατο: να αναστήσει έναν νεκρό.
Και ίσως εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, κρύβεται το μυστικό της προσωπικότητάς του.
Η νύχτα που δοκίμασε να νικήσει τον θάνατο
Το περιστατικό το διηγείται ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο».
Βρίσκονταν μαζί σε ένα σπίτι κοντά στο Ξυλόκαστρο όταν έφτασε ένα γράμμα από την Εύα Πάλμερ. Ένας γείτονας είχε πεθάνει κι εκείνη, γνωρίζοντας την ακλόνητη πίστη του Σικελιανού στις δυνάμεις του πνεύματος, του έστειλε το σώμα του νεκρού με την παράκληση να τον αναστήσει.
Αυτό που ακολούθησε ξεπερνά τα όρια της λογικής και εισέρχεται στη σφαίρα της τραγωδίας.
Ο Σικελιανός κλείστηκε όλη τη νύχτα με το άψυχο σώμα. Επανέλαβε την πράξη του προφήτη Ελισσαίου, όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη. Ξάπλωσε πάνω στον νεκρό, κόλλησε το στόμα του στο δικό του, προσπάθησε να του μεταδώσει πνοή ζωής. Μέχρι το ξημέρωμα. Χωρίς αποτέλεσμα.
Όταν ο Καζαντζάκης τον αντίκρισε το πρωί, ήταν εξαντλημένος, σχεδόν συντετριμμένος. «Όλη νύχτα... όλη νύχτα... του κάκου», ψιθύρισε.
Κι όμως, εκείνη η αποτυχία λέει περισσότερα για τον Σικελιανό απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν τόμοι ολόκληροι κριτικών. Γιατί δεν ήταν η επιτυχία που τον χαρακτήριζε. Ήταν η τόλμη να επιχειρεί το αδύνατο.
Ένας άνθρωπος μεγαλύτερος από τα μέτρα της εποχής του
Ο Σικελιανός υπήρξε πάντα μια μορφή που δίχαζε.
Ο Γιώργος Σεφέρης, άνθρωπος της πειθαρχίας και της εσωτερικότητας, δεν έκρυβε συχνά την αμηχανία του απέναντι στη χειμαρρώδη φύση του Λευκαδίτη ποιητή. Μιλούσε για τον στόμφο του, την πομπή του, τον κομπασμό του. Σε μια από τις πιο γνωστές του παρατηρήσεις χαρακτήρισε τον λυρισμό του «λυρισμό γορίλα», έναν λυρισμό που ήθελε να αγκαλιάσει και να καταβροχθίσει τα πάντα.
Κι όμως, ο ίδιος ο Σεφέρης ήταν εκείνος που τον ονόμασε «Άρχοντα της λαλιάς μας». Ωστόσο, η φαινομενική αντίφαση έχει εξήγηση.
Ο Σικελιανός δεν μπορούσε να υπάρξει σε μικρή κλίμακα. Δεν ήξερε να μιλά χαμηλόφωνα για τη ζωή, τον άνθρωπο ή την Ελλάδα. Όλα μέσα του είχαν διαστάσεις έπους.
Το όραμα που λεγόταν Δελφοί
Το ίδιο πνεύμα που τον έκανε να πιστεύει πως μπορεί να νικήσει τον θάνατο, τον οδήγησε και στο μεγαλύτερο εγχείρημα της ζωής του: Τη Δελφική Ιδέα.
Μετά τη φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Σικελιανός οραματίστηκε τους Δελφούς ως ένα παγκόσμιο πνευματικό κέντρο, έναν τόπο όπου οι λαοί θα μπορούσαν να υπερβούν τις αντιθέσεις τους και να ξαναβρούν έναν κοινό κώδικα συνεννόησης.
Δεν ήθελε να αναβιώσει απλώς την αρχαιότητα. Ήθελε να της δώσει μέλλον.
Με την αφοσίωση της Εύας Πάλμερ, που αφιέρωσε την περιουσία και τη ζωή της στο όραμα αυτό, γεννήθηκαν οι Δελφικές Εορτές του 1927 και του 1930. Η απήχησή τους ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και έκανε τον κόσμο να στρέψει το βλέμμα του προς την Ελλάδα.
Ήταν ένα εγχείρημα τεράστιο. Ίσως υπερβολικά μεγάλο. Αλλά ο Σικελιανός δεν ενδιαφερόταν ποτέ για τα μικρά όνειρα.
Ο ποιητής που κατέβαζε τις ιδέες στη γη
Ο Παλαμάς έλεγε πως ήταν περισσότερο φιλόσοφος παρά ποιητής. Ίσως γιατί η ποίησή του δεν γεννήθηκε από τη λεπτή παρατήρηση αλλά από τη μεταφυσική δίψα.
Στα έργα του συνυπάρχουν οι Ορφικοί, οι προσωκρατικοί, ο χριστιανισμός, η φύση, ο έρωτας, η ελληνική παράδοση και η αναζήτηση μιας παγκόσμιας ενότητας.
Ο «Αλαφροΐσκιωτος», η «Ιερά Οδός», ο «Δελφικός Λόγος», οι τραγωδίες του, τα «Ακριτικά», όλα μοιάζουν με σταθμούς της ίδιας μεγάλης αναζήτησης.
Πίσω από κάθε στίχο κρυβόταν η αγωνία ενός ανθρώπου που ήθελε να συμφιλιώσει τα αντίθετα: σώμα και πνεύμα, άνθρωπο και Θεό, ιστορία και μύθο.
Η φτώχεια, η δόξα και η τελευταία ειρωνεία
Παρά την παγκόσμια αναγνώριση, τις διεθνείς γνωριμίες και τις επανειλημμένες προτάσεις για Νόμπελ, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολα.
Οι οικονομικές θυσίες για τη Δελφική Ιδέα τον είχαν εξαντλήσει. Οι ασθένειες τον καταπονούσαν διαρκώς.
Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του ήπιε απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 άφησε την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.
Ο άνθρωπος που είχε περάσει τη ζωή του αναζητώντας τρόπους να υπερβεί τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης βρέθηκε τελικά αντιμέτωπος με το πιο αμείλικτο από αυτά. Τον θάνατο.
«Εγώ θα ’θελα να ’ναι το κεφάλι μου που θα τα σπάσει»
Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάστασης, ο Καζαντζάκης προσπάθησε να τον παρηγορήσει. Του μίλησε για τα όρια του ανθρώπου. Για τα κάγκελα που υψώνονται μπροστά στην ανθρώπινη φύση.
Και τότε ο Σικελιανός απάντησε: «Εγώ θα ’θελα να ’ναι το κεφάλι μου που θα τα σπάσει». Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής αυτοβιογραφία του. Όχι οι τιμές. Όχι οι διακρίσεις. Όχι οι υποψηφιότητες για Νόμπελ. Αλλά αυτή η ακατανίκητη ανάγκη να συγκρουστεί με τα όρια του δυνατού.
Γι’ αυτό και ο Άγγελος Σικελιανός παραμένει μια μοναδική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος ποιητής. Υπήρξε ένας άνθρωπος που τόλμησε να ζήσει σαν να μην υπήρχαν κάγκελα.
Και γι’ αυτό, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να στέκει στις κορυφές της νεοελληνικής ποίησης — όχι μόνο για όσα έγραψε, αλλά για το μέγεθος του ονείρου που υπηρέτησε.